Definition
▶
παντελόνι
pantelóni
Το παντελόνι είναι ένα ρούχο που φοριέται από τη μέση μέχρι τους αστραγάλους και καλύπτει τα πόδια.
السروال هو قطعة ملابس تُلبَس من الخصر حتى الكاحلين وتغطي الساقين.
▶
Αγόρασα ένα νέο παντελόνι για το καλοκαίρι.
اشتريت سروالًا جديدًا لصيف.
▶
Το παντελόνι που φοράω είναι πολύ άνετο.
السروال الذي أرتديه مريح جدًا.
▶
Θα πρέπει να πλύνω το παντελόνι μου γιατί είναι λερωμένο.
يجب أن أغسل سروالي لأنه متسخ.