Definition
▶
χαρά
chará
Η χαρά είναι η κατάσταση ευτυχίας και ικανοποίησης που προκαλείται από ευχάριστα γεγονότα ή αναμνήσεις.
الفرح هو حالة من السعادة والرضا الناجمة عن أحداث أو ذكريات ممتعة.
▶
Η χαρά που ένιωσα όταν είδα τον παλιό μου φίλο ήταν απερίγραπτη.
كانت الفرح الذي شعرت به عندما رأيت صديقي القديم لا يوصف.
▶
Τα παιδιά γελούσαν με χαρά κατά τη διάρκεια του πάρτι.
كان الأطفال يضحكون بفرح خلال الحفلة.
▶
Η χαρά της επιτυχίας στο διαγώνισμα ήταν μεγάλη.
كانت فرحة النجاح في الامتحان كبيرة.