Definition
▶
εμπειρία
empeiría
Η εμπειρία είναι η γνώση ή οι δεξιότητες που αποκτώνται μέσω της πρακτικής ή της συμμετοχής σε γεγονότα.
التجربة هي المعرفة أو المهارات المكتسبة من خلال الممارسة أو المشاركة في الأحداث.
▶
Η εμπειρία μου στη δουλειά με βοήθησε να αναπτύξω πολλές δεξιότητες.
ساعدتني تجربتي في العمل على تطوير العديد من المهارات.
▶
Η εμπειρία που απέκτησα από τα ταξίδια μου είναι ανεκτίμητη.
التجربة التي اكتسبتها من رحلاتي لا تقدر بثمن.
▶
Ο δάσκαλος έχει μεγάλη εμπειρία στη διδασκαλία μαθητών.
يمتلك المعلم خبرة كبيرة في تعليم الطلاب.