Definition
▶
μέσα
mesa
Η λέξη 'μέσα' σημαίνει εντός ή στο εσωτερικό ενός αντικειμένου ή χώρου.
تعني كلمة 'داخل' في إطار أو داخل شيء أو مكان.
▶
Το βιβλίο είναι μέσα στην τσάντα.
الكتاب موجود داخل الحقيبة.
▶
Η οικογένεια έμεινε μέσα στο σπίτι κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
عاشت الأسرة داخل المنزل أثناء العاصفة.
▶
Βρήκα το κλειδί μέσα στο αυτοκίνητο.
وجدت المفتاح داخل السيارة.