Definition
▶
αλλά
alla
Η λέξη "αλλά" χρησιμοποιείται για να εισάγει μια αντίφαση ή μια εναλλακτική σκέψη σε μια πρόταση.
تستخدم كلمة "αλλά" لإدخال تناقض أو فكرة بديلة في الجملة.
▶
Θα ήθελα να έρθω, αλλά έχω δουλειά.
أود أن أتيت، لكن لدي عمل.
▶
Είναι καλός μαθητής, αλλά δεν διαβάζει συχνά.
هو طالب جيد، لكن لا يقرأ كثيرًا.
▶
Γυρίσαμε νωρίς, αλλά δεν βρήκαμε κανέναν εκεί.
عدنا مبكرًا، لكننا لم نجد أحدًا هناك.