Definition
▶
καράβι
karavi
Το καράβι είναι ένα μέσο μεταφοράς που χρησιμοποιείται για να ταξιδεύει στη θάλασσα.
القارب هو وسيلة نقل تستخدم للسفر في البحر.
▶
Το καράβι αναχώρησε από το λιμάνι το πρωί.
انطلق القارب من الميناء في الصباح.
▶
Όταν ήμουν παιδί, πήγαινα με το καράβι στη νησιά.
عندما كنت طفلاً، كنت أذهب بالقارب إلى الجزر.
▶
Το καράβι ήταν γεμάτο με τουρίστες και τοπικά προϊόντα.
كان القارب مليئًا بالسياح والمنتجات المحلية.