Definition
▶
οικογένεια
oikogeneia
Η οικογένεια είναι μια ομάδα ατόμων που συνδέονται με συγγενικούς, κοινωνικούς ή νομικούς δεσμούς.
العائلة هي مجموعة من الأفراد مرتبطين بروابط عائلية أو اجتماعية أو قانونية.
▶
Η οικογένεια μου είναι πολύ σημαντική για μένα.
عائلتي مهمة جدًا بالنسبة لي.
▶
Συχνά περνάμε χρόνο μαζί ως οικογένεια.
غالبًا ما نقضي الوقت معًا كعائلة.
▶
Η οικογένεια είναι ο θεμέλιος λίθος της κοινωνίας.
العائلة هي حجر الأساس للمجتمع.