Definition
▶
ευτυχισμένος
eftychismenos
Ευτυχισμένος είναι αυτός που νιώθει χαρά και ικανοποίηση στη ζωή του.
سعيد هو الشخص الذي يشعر بالفرح والرضا في حياته.
▶
Ο Γιάννης είναι ευτυχισμένος γιατί βρήκε δουλειά.
يعتبر يانيس سعيدًا لأنه وجد عملاً.
▶
Η οικογένεια είναι ευτυχισμένη όταν περνάει χρόνο μαζί.
تكون العائلة سعيدة عندما تقضي الوقت معًا.
▶
Αυτή η σκηνή στην ταινία με έκανε να νιώσω ευτυχισμένος.
جعلتني هذه المشهد في الفيلم أشعر بالسعادة.