Definition
▶
κατανοώ
katanoo
Η λέξη 'κατανοώ' σημαίνει να αντιλαμβάνομαι ή να καταλαβαίνω κάτι.
تدل كلمة 'κατανοώ' على فهم أو إدراك شيء ما.
▶
Κατανοώ τις δυσκολίες που μπορεί να έχει κάποιος.
أفهم الصعوبات التي قد يواجهها شخص ما.
▶
Είναι σημαντικό να κατανοούμε τους άλλους.
من المهم أن نفهم الآخرين.
▶
Κατανοώ ότι χρειάζεται χρόνος για να μάθεις μια νέα γλώσσα.
أفهم أنه يحتاج إلى وقت لتعلم لغة جديدة.