Definition
▶
προκαλώ
prokalo
Η λέξη 'προκαλώ' σημαίνει να δημιουργώ ή να φέρνω σε κατάσταση κάτι, συνήθως με συνέπειες ή αντίκτυπο.
تعني كلمة 'προκαλώ' أن أخلق أو أجلب شيئًا إلى حالة، عادةً مع عواقب أو تأثير.
▶
Η προκλητική συμπεριφορά του προκάλεσε αναστάτωση στην τάξη.
سلوكها الاستفزازي تسبب في ارتباك في الصف.
▶
Το νέο νόμο προκάλεσε πολλές αντιδράσεις από τους πολίτες.
القانون الجديد تسبب في ردود فعل كثيرة من المواطنين.
▶
Η ζέστη το καλοκαίρι προκαλεί συχνά αφυδάτωση.
الحرارة في الصيف غالبًا ما تسبب الجفاف.