Definition
▶
σκέφτομαι
skéftomai
Το σκέφτομαι σημαίνει να εξετάζω ή να αναλογίζομαι κάτι, να προγραμματίζω ή να εστιάζω σε μια ιδέα.
الفكر يعني التفكير أو التأمل في شيء ما، أو التخطيط أو التركيز على فكرة.
▶
Σκέφτομαι να ταξιδέψω το καλοκαίρι.
أفكر في السفر في الصيف.
▶
Σκέφτομαι τις λύσεις για το πρόβλημα.
أفكر في الحلول للمشكلة.
▶
Σκέφτομαι πώς θα περάσω τα Χριστούγεννα.
أفكر في كيفية قضاء عيد الميلاد.