Definition
▶
εκδρομή
ekdromí
Η εκδρομή είναι μια οργανωμένη ταξιδιωτική δραστηριότητα, συνήθως για αναψυχή ή εκπαίδευση, που περιλαμβάνει επίσκεψη σε διάφορους προορισμούς.
النزهة هي نشاط سفر منظم، عادةً للترفيه أو التعليم، يتضمن زيارة وجهات مختلفة.
▶
Αυτή την Κυριακή θα πάμε σε μια εκδρομή στο βουνό.
هذا الأحد سنذهب في نزهة إلى الجبل.
▶
Η εκδρομή μας στη θάλασσα ήταν αξέχαστη.
كانت نزهتنا إلى البحر لا تُنسى.
▶
Τα παιδιά ανυπομονούν για την εκδρομή στο ζωολογικό κήπο.
الأطفال يتطلعون إلى النزهة في حديقة الحيوانات.