Definition
▶
πληροφορία
pliroforía
Η πληροφορία είναι η γνώση ή τα δεδομένα που μεταφέρονται ή επικοινωνούνται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο.
المعلومات هي المعرفة أو البيانات التي تُنقل أو تُتواصل في سياق معين.
▶
Η πληροφορία που έλαβα ήταν πολύ χρήσιμη.
المعلومات التي حصلت عليها كانت مفيدة جدًا.
▶
Χρειάζομαι περισσότερη πληροφορία για το ταξίδι μας.
أحتاج إلى مزيد من المعلومات حول رحلتنا.
▶
Η εφημερίδα παρέχει σημαντική πληροφορία για τα σημερινά γεγονότα.
توفر الصحيفة معلومات مهمة عن الأحداث اليوم.