Definition
▶
δυσκολία
dyskolía
Η δυσκολία είναι η κατάσταση κατά την οποία κάτι είναι δύσκολο να επιτευχθεί ή να κατανοηθεί.
الصعوبة هي الحالة التي يكون فيها من الصعب تحقيق شيء أو فهمه.
▶
Η δυσκολία στην επίλυση αυτού του προβλήματος είναι προφανής.
الصعوبة في حل هذه المشكلة واضحة.
▶
Αισθάνομαι δυσκολία να μιλήσω γαλλικά.
أشعر بصعوبة في التحدث بالفرنسية.
▶
Η δυσκολία της εργασίας απαιτεί περισσότερο χρόνο.
صعوبة العمل تتطلب وقتًا أطول.