Definition
▶
καταξίωση
kataksíosi
Η καταξίωση είναι η αναγνώριση ή επιβεβαίωση της αξίας ή της σημασίας ενός ατόμου ή ενός έργου.
الاعتراف هو التعرف أو تأكيد قيمة أو أهمية شخص أو عمل.
▶
Η καταξίωση του καλλιτέχνη ήρθε μετά από πολλά χρόνια σκληρής δουλειάς.
لقد جاء اعتراف الفنان بعد سنوات عديدة من العمل الشاق.
▶
Η επιστημονική καταξίωση απαιτεί έρευνα και δημοσιεύσεις σε αναγνωρισμένα περιοδικά.
يتطلب الاعتراف العلمي بحثًا ونشرًا في مجلات معترف بها.
▶
Η καταξίωση ενός αθλητή μπορεί να τον οδηγήσει σε διεθνείς αγώνες.
يمكن أن يؤدي اعتراف الرياضي إلى مشاركته في المسابقات الدولية.