Definition
▶
μήλο
mílo
Ένα μήλο είναι ένα φρούτο που έχει στρογγυλό σχήμα, συνήθως κόκκινο, πράσινο ή κίτρινο, και είναι γνωστό για τη γλυκιά και ξινή γεύση του.
التفاح هو ثمرة لها شكل دائري، وعادة ما تكون حمراء أو خضراء أو صفراء، ومعروفة بنكهتها الحلوة والحامضة.
▶
Αγόρασα ένα μήλο από το μανάβικο.
اشتريت تفاحة من البقالة.
▶
Το μήλο είναι ένα υγιεινό σνακ.
التفاح هو وجبة خفيفة صحية.
▶
Η μητέρα μου φτιάχνει πίτα μήλου κάθε Κυριακή.
تعد والدتي فطيرة التفاح كل يوم أحد.