Definition
▶
χάος
cháos
Το χάος είναι η κατάσταση απουσίας τάξης και οργάνωσης, όπου επικρατεί αταξία και ασυνέπεια.
الفوضى هي حالة عدم وجود نظام وتنظيم، حيث تسود الفوضى وعدم التناسق.
▶
Η αίθουσα ήταν σε πλήρες χάος μετά το πάρτι.
كانت القاعة في فوضى كاملة بعد الحفلة.
▶
Το χάος στους δρόμους κατά την ώρα της αιχμής είναι συνηθισμένο.
الفوضى في الشوارع خلال ساعة الذروة أمر معتاد.
▶
Αν δεν οργανώσουμε το πρόγραμμά μας, θα καταλήξουμε σε χάος.
إذا لم ننظم جدولنا، سننتهي في فوضى.