Definition
▶
δημιουργικός
dimiourgikós
Ο όρος 'δημιουργικός' αναφέρεται σε κάποιον ή κάτι που έχει την ικανότητα να δημιουργεί πρωτότυπες και φρέσκες ιδέες.
المصطلح 'مبدع' يشير إلى شخص أو شيء لديه القدرة على خلق أفكار جديدة وأصلية.
▶
Ο Γιάννης είναι πολύ δημιουργικός καλλιτέχνης.
يعتبر يانيس فنانًا مبدعًا جدًا.
▶
Η ομάδα μας έχει πολλές δημιουργικές ιδέες για το νέο πρότζεκτ.
لدى فريقنا العديد من الأفكار المبدعة للمشروع الجديد.
▶
Η δημιουργική σκέψη είναι απαραίτητη για την καινοτομία.
التفكير المبدع ضروري للابتكار.