Definition
▶
γέρος
géros
Ο γέρος είναι ο άνθρωπος που έχει προχωρήσει σε μεγάλη ηλικία.
الشيخ هو الإنسان الذي تقدم في العمر.
▶
Ο γέρος της γειτονιάς μας είναι πολύ σοφός.
الشيخ في حيّنا حكيم جداً.
▶
Η γιαγιά μου είναι γέρος και χρειάζεται βοήθεια.
جدتي شيخ وتحتاج إلى المساعدة.
▶
Ο γέρος άντρας καθόταν στη βεράντα και παρακολουθούσε τους περαστικούς.
كان الرجل الشيخ جالساً في الشرفة يراقب المارة.