Definition
▶
ανεξαρτησία
anexartisía
Η ανεξαρτησία είναι η κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ή μια χώρα έχει τη δυνατότητα να αυτοδιοικείται και να μην εξαρτάται από άλλες δυνάμεις ή εξουσίες.
الاستقلال هو الحالة التي يتمتع فيها الفرد أو الدولة بالقدرة على الحكم الذاتي وعدم الاعتماد على قوى أو سلطات أخرى.
▶
Η Ελλάδα κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1821.
حصلت اليونان على استقلالها في عام 1821.
▶
Η ανεξαρτησία των χωρών είναι απαραίτητη για την ανάπτυξή τους.
استقلال الدول ضروري لتطورها.
▶
Η δήλωση της ανεξαρτησίας ήταν ένα κρίσιμο βήμα στην ιστορία μας.
كانت إعلان الاستقلال خطوة حاسمة في تاريخنا.