Definition
▶
γνωρίζω
gnorízo
Γνωρίζω σημαίνει να έχω γνώση ή να είμαι ενήμερος για κάτι ή κάποιον.
أعرف يعني أن أكون على علم أو أن أكون مدركًا لشيء أو شخص ما.
▶
Γνωρίζω τον Γιάννη από το σχολείο.
أعرف يانيس من المدرسة.
▶
Δεν γνωρίζω πού είναι το βιβλίο μου.
لا أعرف أين كتابي.
▶
Γνωρίζεις αν θα έρθει η Μαρία στην γιορτή;
هل تعرف إذا كانت ماري ستأتي إلى الاحتفال؟