Definition
▶
συνοδεύω
synodévō
Ο όρος 'συνοδεύω' αναφέρεται στην πράξη του να πηγαίνεις μαζί με κάποιον ή να είσαι κοντά του σε ένα ταξίδι ή μια εκδήλωση.
تشير كلمة 'συνοδεύω' إلى فعل الذهاب مع شخص ما أو التواجد بالقرب منه أثناء رحلة أو حدث.
▶
Συνοδεύω τον φίλο μου στην εκδήλωση.
أرافق صديقي في الفعالية.
▶
Η μητέρα μου θα συνοδεύσει τα παιδιά στο σχολείο.
سترافق والدتي الأطفال إلى المدرسة.
▶
Αποφάσισα να συνοδεύσω τη γιαγιά μου στην αγορά.
قررت أن أرافق جدتي إلى السوق.