Definition
▶
καρδιά
kardiá
Η καρδιά είναι το κύριο όργανο που αντλεί αίμα στο σώμα και θεωρείται το κέντρο των συναισθημάτων και της ζωής.
القلب هو العضو الرئيسي الذي يضخ الدم في الجسم ويعتبر مركز المشاعر والحياة.
▶
Η καρδιά μου χτυπά δυνατά όταν σε βλέπω.
قلبي يدق بقوة عندما أراك.
▶
Πρέπει να προσέχω την καρδιά μου και να τρώω υγιεινά.
يجب أن أعتني بقلبى وأن أتناول طعامًا صحيًا.
▶
Η καρδιά είναι σύμβολο αγάπης και φιλίας.
القلب هو رمز الحب والصداقة.