Definition
▶
υπομονή
ypomoní
Η υπομονή είναι η ικανότητα να περιμένεις ή να αντέχεις δύσκολες καταστάσεις χωρίς να χάνεις την ψυχραιμία σου.
الصبر هو القدرة على الانتظار أو تحمل المواقف الصعبة دون فقدان هدوئك.
▶
Η υπομονή είναι απαραίτητη όταν περιμένεις το αποτέλεσμα των εξετάσεων.
الصبر ضروري عندما تنتظر نتيجة الامتحانات.
▶
Έδειξε μεγάλη υπομονή κατά τη διάρκεια της δύσκολης περιόδου της ζωής του.
أظهر صبرًا كبيرًا خلال الفترة الصعبة من حياته.
▶
Η υπομονή του τον βοήθησε να επιτύχει τους στόχους του.
صبره ساعده على تحقيق أهدافه.