Definition
▶
ήλιο
ílio
Το ήλιο είναι ένα αέριο στοιχείο που ανήκει στην ομάδα των αλκαλικών μετάλλων και είναι το δεύτερο πιο ελαφρύ στοιχείο στο σύμπαν.
الهليوم هو عنصر غازي ينتمي إلى مجموعة المعادن القلوية ويعتبر العنصر الثاني الأخف وزنًا في الكون.
▶
Το ήλιο χρησιμοποιείται συχνά σε φουσκωτά μπαλόνια.
يستخدم الهليوم غالبًا في نفخ البالونات.
▶
Η ανακάλυψη του ήλιου άλλαξε την κατανόηση της χημείας.
أحدث اكتشاف الهليوم تغييرًا في فهم الكيمياء.
▶
Το ήλιο είναι αδρανές και δεν αντιδρά εύκολα με άλλα στοιχεία.
الهليوم خاملاً ولا يتفاعل بسهولة مع العناصر الأخرى.