Definition
▶
εύκολος
éfkolos
Ο όρος «εύκολος» αναφέρεται σε κάτι που δεν απαιτεί μεγάλη προσπάθεια ή είναι απλό στην εκτέλεση.
المصطلح «سهل» يشير إلى شيء لا يتطلب جهدًا كبيرًا أو يكون بسيطًا في التنفيذ.
▶
Αυτή η εργασία είναι πολύ εύκολη.
هذا العمل سهل جدًا.
▶
Μπορείς να λύσεις αυτή την άσκηση; Είναι εύκολη.
هل يمكنك حل هذا التمرين؟ إنه سهل.
▶
Η συνταγή είναι εύκολη και γρήγορη.
الوصفة سهلة وسريعة.