Definition
▶
θλίψη
thlýpsi
Η θλίψη είναι η κατάσταση του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλείται από μια δύσκολη ή δυσάρεστη εμπειρία.
الحزن هو حالة الألم أو الهم الذي ينجم عن تجربة صعبة أو غير سارة.
▶
Η θλίψη που ένιωσα μετά την απώλεια του αγαπημένου μου ήταν αφόρητη.
كان الحزن الذي شعرت به بعد فقدان أحبائي لا يطاق.
▶
Ο φίλος μου περνάει μια περίοδο θλίψης λόγω των προβλημάτων στη δουλειά του.
يمر صديقي بفترة من الحزن بسبب المشاكل في عمله.
▶
Η θλίψη του ήταν εμφανής στο πρόσωπό του όταν μίλησε για το παρελθόν.
كان الحزن واضحاً على وجهه عندما تحدث عن الماضي.