Definition
▶
ανοιχτός
anoichtós
Ο ανοιχτός χώρος είναι αυτός που δεν έχει κλειστά μέρη και μπορεί να εισέλθει κανείς ελεύθερα.
المساحة المفتوحة هي التي ليس لها أجزاء مغلقة ويمكن للمرء الدخول إليها بحرية.
▶
Ο κήπος είναι ανοιχτός για τους επισκέπτες.
الحديقة مفتوحة للزوار.
▶
Η πόρτα είναι ανοιχτή και περιμένει κάποιον να μπει.
الباب مفتوح وينتظر شخصًا للدخول.
▶
Ο δρόμος είναι ανοιχτός και δεν έχει εμπόδια.
الطريق مفتوح وليس به عوائق.