Definition
▶
νιώθω
niótho
Νιώθω είναι το ρήμα που εκφράζει την αίσθηση ή την εμπειρία συναισθημάτων ή σωματικών καταστάσεων.
أشعر هو الفعل الذي يعبر عن الإحساس أو تجربة المشاعر أو الحالات الجسدية.
▶
Νιώθω χαρά όταν είμαι με τους φίλους μου.
أشعر بالسعادة عندما أكون مع أصدقائي.
▶
Σήμερα νιώθω κουρασμένος από τη δουλειά.
اليوم أشعر بالتعب من العمل.
▶
Νιώθω ότι αυτό το μέρος είναι πολύ όμορφο.
أشعر أن هذا المكان جميل جدًا.