Definition
▶
λίγο
lígo
Λίγο σημαίνει μια μικρή ποσότητα ή έκταση.
يعني قليل كمية أو مساحة صغيرة.
▶
Έχω λίγο νερό στο ποτήρι.
لدي قليل من الماء في الكأس.
▶
Θέλω να διαβάσω λίγο πριν κοιμηθώ.
أريد أن أقرأ قليلاً قبل أن أنام.
▶
Πρέπει να περιμένουμε λίγο ακόμα.
يجب أن ننتظر قليلاً بعد.