Definition
▶
αεροδρόμιο
aerodromio
Το αεροδρόμιο είναι ο χώρος όπου προσγειώνονται και απογειώνονται τα αεροπλάνα.
المطار هو المكان الذي تهبط فيه وتقلع منه الطائرات.
▶
Πρέπει να πάμε στο αεροδρόμιο νωρίς για να προλάβουμε την πτήση μας.
يجب أن نذهب إلى المطار مبكرًا لنلحق برحلتنا.
▶
Το αεροδρόμιο της Αθήνας είναι πολύ μεγάλο και σύγχρονο.
مطار أثينا كبير وحديث جدًا.
▶
Ελέγξτε το εισιτήριό σας πριν φτάσετε στο αεροδρόμιο.
تحقق من تذكرتك قبل أن تصل إلى المطار.