Definition
▶
μάθα
matha
Η λέξη 'μάθα' αναφέρεται στην πράξη της απόκτησης γνώσης ή δεξιοτήτων μέσω διδασκαλίας ή εμπειρίας.
تشير كلمة 'μάθα' إلى فعل اكتساب المعرفة أو المهارات من خلال التعليم أو التجربة.
▶
Μάθαμε πολλά πράγματα στο σχολείο.
تعلمنا أشياء كثيرة في المدرسة.
▶
Έμαθα να παίζω πιάνο όταν ήμουν παιδί.
تعلمت العزف على البيانو عندما كنت طفلاً.
▶
Μάθατε για την ιστορία της Ελλάδας στην τάξη.
تعلمتم عن تاريخ اليونان في الصف.