Definition
▶
καθημερινά
kathimerina
Ο όρος 'καθημερινά' αναφέρεται σε κάτι που συμβαίνει ή επαναλαμβάνεται κάθε μέρα.
المصطلح 'καθημερινά' يشير إلى شيء يحدث أو يتكرر كل يوم.
▶
Πηγαίνω στο γυμναστήριο καθημερινά.
أذهب إلى صالة الألعاب الرياضية يوميًا.
▶
Διαβάζω το βιβλίο μου καθημερινά.
أقرأ كتابي يوميًا.
▶
Καθημερινά παρακολουθώ τις ειδήσεις στο διαδίκτυο.
أتابع الأخبار على الإنترنت يوميًا.