Definition
▶
λυπημένος
lypimenos
Ο όρος 'λυπημένος' αναφέρεται σε ένα άτομο που αισθάνεται θλίψη ή απογοήτευση.
الكلمة 'λυπημένος' تشير إلى شخص يشعر بالحزن أو خيبة الأمل.
▶
Ο Γιάννης είναι λυπημένος γιατί έχασε τον αγαπημένο του σκύλο.
يبدو أن يانيس حزين لأنه فقد كلبه المحبوب.
▶
Η Μαρία ένιωθε λυπημένη όταν οι φίλοι της δεν ήρθαν στο πάρτι.
شعرت ماريا بالحزن عندما لم يحضر أصدقاؤها الحفلة.
▶
Μετά την ταινία, όλοι βγήκαν λυπημένοι από την αίθουσα.
بعد الفيلم، خرج الجميع حزينين من القاعة.