Definition
▶
συμπαθώ
sympatho
Το ρήμα 'συμπαθώ' σημαίνει ότι μου αρέσει κάτι ή κάποιος.
الفعل 'συμπαθώ' يعني أنني أحب شيئًا أو شخصًا ما.
▶
Συμπαθώ πολύ την ελληνική μουσική.
أحب الموسيقى اليونانية كثيرًا.
▶
Η Μαρία συμπαθεί τους φίλους της.
ماريا تحب أصدقائها.
▶
Συμπαθώ τα ζώα και πάντα φροντίζω τα κατοικίδιά μου.
أحب الحيوانات ودائمًا أعتني بحيواناتي الأليفة.