Definition
▶
διλημμα
dilēmma
Το διλήμμα είναι μια κατάσταση στην οποία πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες δύσκολες επιλογές, καθεμία από τις οποίες έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.
الديليما هو حالة يتعين فيها عليك الاختيار بين خيارين أو أكثر صعبين، كل واحد منهم له مزايا وعيوب.
▶
Έχω ένα διλήμμα για το αν θα φύγω διακοπές ή θα μείνω για να δουλέψω.
لدي دليما حول ما إذا كنت سأذهب في إجازة أو سأبقى لأعمل.
▶
Το διλήμμα που αντιμετωπίζει ο Γιάννης είναι αν θα σπουδάσει στο εξωτερικό ή θα παραμείνει στην Ελλάδα.
الديليما الذي يواجهه ياني هو ما إذا كان سيدرس في الخارج أو سيبقى في اليونان.
▶
Ήταν ένα δύσκολο διλήμμα να αποφασίσει αν θα επενδύσει τα χρήματά του ή θα τα κρατήσει για έκτακτη ανάγκη.
كان دليما صعبا أن يقرر ما إذا كان سيستثمر أمواله أو سيحتفظ بها لحالات الطوارئ.