Definition
▶
δίχως
díchos
Η λέξη 'δίχως' σημαίνει χωρίς κάτι ή κάποιον.
تدل كلمة 'δίχως' على عدم وجود شيء أو شخص.
▶
Ζω δίχως φίλους στην πόλη.
أعيش بدون أصدقاء في المدينة.
▶
Δεν μπορώ να δουλέψω δίχως υπολογιστή.
لا أستطيع العمل بدون حاسوب.
▶
Η ζωή είναι δύσκολη δίχως όνειρα.
الحياة صعبة بدون أحلام.