Definition
▶
ραδιόφωνο
radiofóno
Το ραδιόφωνο είναι μια συσκευή που μεταδίδει ήχο μέσω ραδιοκυμάτων, επιτρέποντας στους ακροατές να ακούσουν μουσική, ειδήσεις και άλλες εκπομπές.
الراديو هو جهاز ينقل الصوت عبر الموجات الراديوية، مما يسمح للمستمعين بالاستماع إلى الموسيقى والأخبار وبرامج أخرى.
▶
Ακούω ραδιόφωνο κάθε πρωί καθώς πηγαίνω στη δουλειά.
أستمع إلى الراديو كل صباح أثناء ذهابي إلى العمل.
▶
Το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου έχει πολύ καλή ποιότητα ήχου.
الراديو في السيارة لديه جودة صوت ممتازة.
▶
Σήμερα θα ανακοινωθούν οι νικητές από το ραδιόφωνο.
اليوم سيتم الإعلان عن الفائزين عبر الراديو.