Definition
▶
αναγκαίος
anagkáios
Ο όρος 'αναγκαίος' αναφέρεται σε κάτι που είναι απαραίτητο ή επιβεβλημένο.
مصطلح 'ضروري' يشير إلى شيء ضروري أو مفروض.
▶
Είναι αναγκαίος να διαβάσεις το βιβλίο πριν από την εξέταση.
من الضروري أن تقرأ الكتاب قبل الامتحان.
▶
Η αναγνώριση της κατάστασης είναι αναγκαία για την επίλυση του προβλήματος.
الاعتراف بالموقف ضروري لحل المشكلة.
▶
Για να συμμετάσχεις στη συνάντηση, είναι αναγκαίος ο προγραμματισμός εκ των προτέρων.
للمشاركة في الاجتماع، من الضروري التخطيط مسبقًا.