Definition
▶
εμπειρία
empeiría
Η εμπειρία είναι η γνώση ή οι δεξιότητες που αποκτούνται μέσα από τη συμμετοχή σε γεγονότα ή δραστηριότητες.
Erfahrung ist das Wissen oder die Fähigkeiten, die durch die Teilnahme an Ereignissen oder Aktivitäten erworben werden.
▶
Η εμπειρία μου από την εργασία σε αυτή την εταιρεία ήταν πολύ θετική.
Meine Erfahrung mit der Arbeit in diesem Unternehmen war sehr positiv.
▶
Η εμπειρία του ταξιδιού στην Ιαπωνία μου άνοιξε νέους ορίζοντες.
Die Erfahrung meiner Reise nach Japan hat mir neue Horizonte eröffnet.
▶
Χρειάζομαι περισσότερη εμπειρία πριν αναλάβω μια διευθυντική θέση.
Ich brauche mehr Erfahrung, bevor ich eine Führungsposition übernehme.