Definition
▶
ενσωμάτωση
ensomátsi
Η ενσωμάτωση αναφέρεται στη διαδικασία ή το αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης μιας ιδέας, έννοιας ή μορφής σε μια συγκεκριμένη πραγματικότητα ή σχήμα.
Die Einbettung bezieht sich auf den Prozess oder das Ergebnis, eine Idee, ein Konzept oder eine Form in eine bestimmte Realität oder Gestalt einzufügen.
▶
Η ενσωμάτωση της νέας τεχνολογίας στη διαδικασία παραγωγής βελτίωσε την αποδοτικότητα.
Die Einbettung der neuen Technologie in den Produktionsprozess verbesserte die Effizienz.
▶
Η ενσωμάτωση των πολιτιστικών στοιχείων στο έργο του καλλιτέχνη το καθιστά μοναδικό.
Die Einbettung kultureller Elemente in das Werk des Künstlers macht es einzigartig.
▶
Η ενσωμάτωση των διαφορετικών απόψεων στη συζήτηση οδήγησε σε μια πιο ολοκληρωμένη λύση.
Die Einbettung unterschiedlicher Perspektiven in die Diskussion führte zu einer umfassenderen Lösung.