Definition
▶
κάτι
kati
Ο όρος 'κάτι' αναφέρεται σε μια αόριστη ή ασαφή ποσότητα ή αντικείμενο, το οποίο δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα.
Der Begriff 'κάτι' bezieht sich auf eine unbestimmte oder vage Menge oder ein Objekt, das nicht spezifisch identifiziert wird.
▶
Θέλω να φάω κάτι γλυκό.
Ich möchte etwas Süßes essen.
▶
Μπορείς να μου δώσεις κάτι από αυτά;
Kannst du mir etwas davon geben?
▶
Πρέπει να κάνω κάτι για να με βοηθήσεις.
Ich muss etwas tun, um dir zu helfen.