Definition
▶
προσοχή
prosochi
Η προσοχή είναι η ικανότητα να εστιάζουμε σε κάτι και να αποφεύγουμε τις παρεμβολές.
Aufmerksamkeit ist die Fähigkeit, sich auf etwas zu konzentrieren und Ablenkungen zu vermeiden.
▶
Πρέπει να δώσουμε προσοχή στη διάλεξη.
Wir müssen der Vorlesung Aufmerksamkeit schenken.
▶
Η προσοχή των μαθητών ήταν απαραίτητη για την κατανόηση του θέματος.
Die Aufmerksamkeit der Schüler war notwendig, um das Thema zu verstehen.
▶
Η αστυνομία ζήτησε προσοχή από τους οδηγούς κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
Die Polizei bat die Fahrer um Aufmerksamkeit während des Sturms.