Definition
▶
αυτοσχεδιασμός
Ο αυτοσχεδιασμός είναι η διαδικασία δημιουργίας ή εκτέλεσης κάτι χωρίς προετοιμασία ή σχέδιο.
Improvisation ist der Prozess, etwas ohne Vorbereitung oder Plan zu schaffen oder auszuführen.
▶
Ο ηθοποιός έκανε αυτοσχεδιασμό κατά τη διάρκεια της παράστασης.
Der Schauspieler improvisierte während der Aufführung.
▶
Η μουσική τους ήταν γεμάτη αυτοσχεδιασμό και αυθορμητισμό.
Ihre Musik war voller Improvisation und Spontaneität.
▶
Ο χορευτής χρησιμοποίησε αυτοσχεδιασμό για να δώσει ζωή στην παράσταση.
Der Tänzer verwendete Improvisation, um der Aufführung Leben zu verleihen.