Definition
▶
ευτυχισμένος
eftychismenos
Ο ευτυχισμένος άνθρωπος είναι αυτός που αισθάνεται χαρά και ικανοποίηση στη ζωή του.
Ein glücklicher Mensch ist jemand, der Freude und Zufriedenheit im Leben empfindet.
▶
Αυτή η οικογένεια είναι ευτυχισμένη και πάντα γελάει.
Diese Familie ist glücklich und lacht immer.
▶
Η ευτυχισμένη ζωή απαιτεί θετική σκέψη και αγάπη.
Ein glückliches Leben erfordert positives Denken und Liebe.
▶
Είναι ευτυχισμένος που κέρδισε το βραβείο.
Er ist glücklich, dass er den Preis gewonnen hat.