Definition
▶
μαγείρεμα
Το μαγείρεμα είναι η διαδικασία προετοιμασίας και παρασκευής φαγητού μέσω θερμικής επεξεργασίας.
Kochen ist der Prozess der Zubereitung und Herstellung von Speisen durch thermische Verarbeitung.
▶
Το μαγείρεμα απαιτεί υπομονή και προσοχή.
Kochen erfordert Geduld und Aufmerksamkeit.
▶
Η μαγείρεμα του φαγητού είναι μια τέχνη.
Das Kochen von Essen ist eine Kunst.
▶
Μου αρέσει το μαγείρεμα νέων συνταγών.
Ich liebe es, neue Rezepte zu kochen.