Definition
▶
γοητευτικός
goiteftikos
Ένας άνθρωπος που είναι ελκυστικός και προσελκύει το ενδιαφέρον των άλλων.
Eine Person, die attraktiv ist und das Interesse anderer anzieht.
▶
Ο Γιάννης είναι πολύ γοητευτικός και όλοι τον θαυμάζουν.
Giannis ist sehr charmant und alle bewundern ihn.
▶
Η γοητευτική προσωπικότητά της την κάνει δημοφιλή σε κάθε κοινωνική εκδήλωση.
Ihre charmante Persönlichkeit macht sie auf jeder sozialen Veranstaltung beliebt.
▶
Είναι γοητευτικός ο τρόπος που μιλάει στους ανθρώπους.
Die Art und Weise, wie er mit den Menschen spricht, ist charmant.