Definition
▶
καλός
kalós
Ο όρος 'καλός' αναφέρεται σε κάτι που είναι ευχάριστο, θετικό ή αξιόλογο.
Der Begriff 'gut' bezieht sich auf etwas, das angenehm, positiv oder wertvoll ist.
▶
Αυτό το φαγητό είναι πολύ καλό.
Dieses Essen ist sehr gut.
▶
Είναι καλός φίλος και πάντα με υποστηρίζει.
Er ist ein guter Freund und unterstützt mich immer.
▶
Η ταινία ήταν καλός τρόπος να περάσουμε τη μέρα.
Der Film war eine gute Möglichkeit, den Tag zu verbringen.