Definition
▶
ανανέωση
ananéosi
Η ανανέωση είναι η διαδικασία κατά την οποία κάτι επαναφέρεται ή ανανεώνεται, προσφέροντας νέα ζωή ή φρεσκάδα σε αυτό.
Die Erneuerung ist der Prozess, bei dem etwas zurückgebracht oder erneuert wird, um ihm neues Leben oder Frische zu verleihen.
▶
Η ανανέωση του συμβολαίου μας έγινε χωρίς προβλήματα.
Die Erneuerung unseres Vertrags wurde problemlos durchgeführt.
▶
Η ανανέωση του εξοπλισμού στο γραφείο θα βελτιώσει την παραγωγικότητα.
Die Erneuerung der Ausstattung im Büro wird die Produktivität verbessern.
▶
Η ανανέωση του γκαζόν ήταν απαραίτητη για να φαίνεται όμορφο.
Die Erneuerung des Rasens war notwendig, damit er schön aussieht.