Definition
▶
στρατηγική
stratigikí
Η στρατηγική είναι το σχέδιο ή η διαδικασία που ακολουθείται για την επίτευξη ενός στόχου ή σκοπού.
Die Strategie ist der Plan oder der Prozess, der verfolgt wird, um ein Ziel oder einen Zweck zu erreichen.
▶
Η στρατηγική μας για την αύξηση των πωλήσεων αποδείχθηκε επιτυχής.
Unsere Strategie zur Steigerung des Umsatzes war erfolgreich.
▶
Η στρατηγική του παιχνιδιού απαιτεί σκέψη και προγραμματισμό.
Die Strategie des Spiels erfordert Denken und Planung.
▶
Πρέπει να αναπτύξουμε μια νέα στρατηγική για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της αγοράς.
Wir müssen eine neue Strategie entwickeln, um den Herausforderungen des Marktes zu begegnen.